Black Point - Review Of Work
Greek Original (No translation available yet)

Η Άρτεμις, είναι μια νέα φωτογράφος που όμως η δουλειά της έχει την οργάνωση αλλά πολλές φορές και την τυχαιότητα μιας performance. Η καθημερινότητα της, την σπρώχνει βίαια στην συνειδητοποίηση του χρόνου που φεύγει και έρχεται πίσω ως ανάμνηση. Η ανάμνηση αυτή ως απόκομμα του ίδιου της του εαυτού παρουσιάζεται σαν εικόνα, εύγλωττη για εκείνους που είναι έτοιμοι να αποδεχθούν την όποια ταύτιση. Η αλλαγή του παρ-ερχόμενου είναι έντονη, ωστόσο η στασιμότητα της καθημερινότητας την αντικρούει σθεναρά. Φαίνεται πως το ζήτημα της ιστορίας που θέλει να αφηγηθεί είναι αυτές οι βίαιες αλλαγές που φέρουν στην επιφάνεια το τίποτα των απνοιακών εκείνων στιγμών που κρύβονται μέσα στη ρουτίνα του σύγχρονου ανθρώπου.

Ξεκινώντας κανείς την μέρα του νιώθει την αλλαγή που αφήνει πάνω του ο χρόνος ακολουθώντας όμως την γνωστή πεπατημένη των κινήσεων, συμπεριφορών και δραστηριοτήτων αυτή η συνειδητοποίηση μένει ως έχει μέχρι το επόμενο πρωί ή βράδυ. Όταν η αλλαγή, όσο μικρή κι αν είναι, έρθει να επηρεάσει μια δεδομένη συνθήκη προκύπτει το ζήτημα της μνήμης. Η δυσκολία του να ζεις με όλες σου τις αναμνήσεις είναι ένα θέμα σταθμός στην δουλειά της καλλιτέχνιδος. Το να ατενίζεις τις μνήμες που σκουριάζουν μαζί σου, εξασθενούν και φτάνουν πια να λέγονται ακόμα και αληθοφανείς φαντασίες.

Φωτογραφίζει καθημερινά αντικείμενα στα οποία εγγράφει μια συνειδητοποίηση της πραγματικότητας και τα κάνει με αυτόν τον τρόπο ουσιαστικά και αξιοσημείωτα. Εκεί λοιπόν που η ρουτίνα δεν υφίσταται μεταμορφώσεων ένας φωτογραφικός φακός μετουσιώνει όλη την πραγματικότητα σε κάτι το αξιοπρόσεκτο. Του δίνει χώρο και πνοή, όλα τα εφόδια προκειμένου να δεχθεί την ταύτιση, την κριτική ή ακόμα και την αποστροφή του θεατή. Και όλα αυτά πρέπουν ατομικής και προσωπικής ειλικρίνειας.

Ο μαλακός αέρας που ένα πρωινό άγγιξε απαλά τα φύλλα ενός δέντρου, ένα περαστικό χαμόγελο ενός οικείου προσώπου, τα επαναλαμβανόμενα βήματα σε έναν γνώριμο δρόμο, όλα αποκτούν βαρύτητα. Μια βαρύτητα που θα έπρεπε να έχουν όλες οι στιγμές στην ζωή μας. Θεωρώ λοιπόν, πως η κατακλείδα της παρούσας δουλειάς είναι ακριβώς αυτή. Η επαγρύπνηση, το πέρας και το γήρας των στιγμών ταυτόχρονα με την ανθρώπινη φύση. Το σύμφυτο της ανθρώπινης ύπαρξης και των ανθρώπινων, δευτερευουσών, δραστηριοτήτων. Η ανάγκη για κινητοποίηση προκειμένου να επέλθει η κάθαρση.

Βουτώντας στα εσωτερικά ημιφώτιστων κτηρίων ο φακός αποθανατίζει άδειους χώρους που θυμίζουν καθολικά ιερών λίγο πριν την αυγή. Η ιερότητα του χρώματος (φωτός) σε συνδυασμό με το άδειο ενδότερο κάποιου τοπίου δίνει την αίσθηση πως αυτές οι εικόνες φιλοξενούν έμμεσα και σιωπηλά όλες τις παραπάνω σκέψεις. Δίνουν τον απαραίτητο, όπως ανέφερα, χώρο ώστε αυτές να ξεδιπλωθούν, να αποκαλυφθούν όπως αντιστοίχως μαρτυρήθηκαν οι μεγαλύτερες αμαρτίες των περασμένων αιώνων στο εξομολογητήριο κάποιου ναού αργά κάποιο βράδυ ή νωρίς κάποια αυγή του χρόνου.

Η δουλειά της Αρτέμιδος περικλείει όχι μονάχα δικές της φοβίες ή σκέψεις αλλά ακόμα θα μπορούσαμε να πούμε πως ορίζει τον καιρό της και την πραγματικότητα της ανυπόφορης ανειλικρίνειας που ανιχνεύεται απέναντι και στον ίδιο μας τον εαυτό. Σύμβολα της αναζήτησης του ιερού μας χώρου στον οποίο θα εναποθέσουμε όλες μας τις σκέψεις , όλες μας τις μνήμες προκειμένου να μείνουν απαράλλαχτες και αιώνιες για όσο εμείς αλλάζουμε σε κάτι νέο που από αρχής χρόνου ονομάζουμε παλιό, εμπλουτίζοντας τες με νέες αλήθειες και νέες ρουτίνες που σταδιακά φέρνουν την αλλαγή. Οι φωτογραφίες μοιάζουν να αποθηκεύουν τα καθημερινά οράματα που αναπλάθουν αργά όπως τα κύματα τους βράχους, τους ίδιους μας τους εαυτούς. Η θλίψη γίνεται τέχνη και ταυτόχρονα χαρά.

Στους εκθεσιακούς, στα φεστιβάλ και στα βιβλιοπωλεία οι άνθρωποι αναζητούν την ταύτιση η οποία θα τους οδηγήσει στο ευτυχές συμπέρασμα πως δεν είναι οι μόνοι με το τάδε ή το δείνα πρόβλημα. Ο εγκλωβισμός στην σημερινή εποχή είναι ένα ζήτημα που αντιμετωπίζουμε όλοι, ή καλύτερα για να μην γίνομαι ανόητη, ο εγκλωβισμός όπως αυτός ορίζεται στην κάθε ξεχωριστή περίπτωση είναι μια σύγχρονη κοινωνική μάστιγα. Το διακύβευμα στην δουλειά αυτή, είναι ο σχολιασμός αυτού του φαινομένου. Το σχόλιο γίνεται εδώ υπαινικτικό και παρουσιάζεται με τις κινηματογραφικές αξιώσεις ενός θρίλερ. Όμορφες εικόνες, όμορφη σκηνοθεσία μιας τρομακτική ωστόσο πομπής, που οδηγεί στο λευκό εσωτερικό μιας αφαίρεσης , μιας στιγμής δηλαδή που επιτρέπεται η σε βάθος σκέψη. Και αυτό είναι και το ζητούμενο της τέχνης. Η καθοδήγηση σε αυτό το λευκό Διάστημα.

Το ερώτημα εδώ είναι, όπως θα έλεγε και ο Ρόθκο, το τι μπορεί κανείς να αποσπάσει από αυτό το εγχείρημα το οποίο είναι βέβαια ανοιχτό σε ερμηνείες ωστόσο, εγώ πιστεύω πως αφορά σε κάτι το συγκεκριμένο. Σε αυτό το τόσο προσωπικό βιώμα και την προσωπική ματιά της καλλιτέχνιδος, που με την δουλειά της μας προσκαλεί να την ερμηνεύσουμε και να την συμμεριστούμε ίσως ρίχνοντας κλεφτές ματιές στις αγωνίες της που εύκολα η ίδια εντοπίζει στις γωνίες των σύγχρονων εσωτερικών που επιλέγει να παρουσιάσει. Και οι αναγνώσεις αυτές, οι αποσπάσεις, κατά Ρόθκο, για μένα είναι σοφά περιορισμένες στα θέματα που θίγονται βάσει υλικού. Όπως «περιορισμένη είναι και η επεξεργασία που μπορεί να δεχθεί ενα κλεμμένο πετράδι μεγάλης αξίας.»

Σοφία Θρουβάλα, Επιμελήτρια, Φωτογράφος, Θεωρητικός- Ιστορικός της Τέχνης